Γιώργος Μπινιάρης | Ο Κορίνθιος δάσκαλος της τέχνης

0
76

Φέρτε στο νου σας έναν άνθρωπο με ευγενικά χαρακτηριστικά, γκρίζα μαλλιά, έκφραση ρεμβαστική. Έναν άνθρωπο που μυρίζει αγιόκλημα. Που πορεύεται όλο και πιο μπροστά, όλο και πιο μακριά. Που έχει το δώρο του λόγου και οι λέξεις κροταλίζουν στο λαιμό του σαν γυάλινος σβώλος παιδικός. Είναι ο Γιώργος Μπινιάρης, ο ηθοποιός, ο σκηνοθέτης, ο δάσκαλος.

Ο καλλιτέχνης που αφηγείται μιαν ιστορία στο θέατρο της Επιδαύρου και μένει στην Ιστορία του θεάτρου. Όχι μόνον ως παραμυθάς, αλλά και ως μεγάλος ηθοποιός. Ρυθμικά, μουσικά, εκφραστικά και κυρίως αστόλιστα. Ένα κυμάτισμα στο αρχαίο θέατρο, ένα τρέμισμα, ποίηση θα το πούμε. Ήταν το «Αρς Αρσινό», στην παράσταση «Άσκηση Επίδαυρος – Σύσσημον» του Νίκου Παναγιωτόπουλου, που παρουσίασε ο Σίμος Κακάλας το καλοκαίρι του 2013. «Μεγάλος τεχνίτης, ομηρικός δάσκαλος», είχα γράψει τότε. Ο Γιώργος Μπινιάρης έχει αρχοντιά και γλυκύτητα. Είναι αληθινός, σεβάσμιος, απλός, γνήσιος, αβρός, με μιαν ακαταμάχητη ειλικρίνεια και μια σεμνότητα σπάνια. Ένας καλλιτέχνης αρχετυπικός, με βλέμμα ήρεμο, που διάγει βίο λιτό και διαβιεί σε εσωτερικές ενατενίσεις. Μου έκανε τη μεγάλη τιμή να μου μιλήσει.

Με λόγια απέριττα και σοφά, με λόγια ψυχής θα έλεγα, για τη ζωή του στο θέατρο. Η εμπειρία του μάθημα, παρηγοριά και δίδαγμα για κάθε άνθρωπο της τέχνης. Τα δύο τελευταία χρόνια έχουμε απολαύσει τον κύριο Μπινιάρη ως Θανάσουλα στην ασύγκριτη «Γκόλφω» του Νίκου Καραθάνου και ως Μεφιστοφελή στον εξπρεσιονιστικό «Φάουστ», που σκηνοθέτησε ο Μιχαήλ Μαρμαρινός. Τώρα βρίσκεται πάλι στο Εθνικό Θέατρο σε μια παράσταση – πρότυπο, το κυνικό και ταυτόχρονα χαρούμενο «Δεκαήμερο» του Βοκάκιου, σκηνοθετημένος και πάλι από τον Νίκο Καραθάνο. Ας τον χαρούμε και πάλι!

Διαβάστε τη συνέντευξη.

Φωτογραφίες: cat is art

Ειρήνη Αϊβαλιώτου: Γεννηθήκατε στην Αρχαία Κόρινθο και σπουδάσατε στη δραματική σχολή του Πειραματικού Θεάτρου. Ποιες είναι οι πιο δυνατές αναμνήσεις που έχετε από την παιδική σας ηλικία, από τους γονείς σας, από την οικογένειά σας, τα παιδικά σας χρόνια.

* Γιώργος Μπινιάρης: Α, τώρα με πάτε πολύ πίσω, γιατί έχω και μια ηλικία όπως βλέπετε… Γεννήθηκα λοιπόν σε αυτόν τον τόπο που έχει πολύ μεγάλο αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Φανταστείτε ότι από το παράθυρο του σπιτιού μου έβλεπα το ναό του Απόλλωνα. Ήταν κάτι μαγευτικό για τα μάτια μου τα παιδικά. Πάντως τη δεκαετία του ’50 που μεγάλωνα, είχα την τύχη να ζω σ’ αυτό το μέρος πριν γίνει τουριστικό, γιατί μετά έγινε πολύ τουριστικό και χάλασε. Μεγαλώναμε στους χωματόδρομους και στα αμπέλια. Τρέχαμε ξυπόλυτοι. Ήταν πολύ όμορφα, ξέγνοιαστα, υπέροχα χρόνια.

Ήθελα να μου πείτε έναν ήχο που θυμάστε από εκείνα τα χρόνια.

* Με ξαφνιάζετε τώρα. Πιο πολύ θυμάμαι τον ήχο της βροχής. Ακόμα οι κεραυνοί, αυτά μου έκαναν εντύπωση γιατί ακούγονται αλλιώς στο χωριό κι αλλιώς στην πόλη. Ή οι ήχοι των ζώων. Θυμάμαι γιατί είχαμε ζώα στην αυλή…

Ένα άγγιγμα;

* Το πρώτο άγγιγμα και το πιο συγκινητικό είναι το άγγιγμα της μητέρας. Κι επειδή έχω χάσει τους γονείς μου, το σκέφτομαι με πολλή τρυφερότητα το άγγιγμά της.

Μια μυρωδιά;

* Μου άρεσαν πάρα πολύ οι μυρωδιές από τα φρούτα ή ακόμα κι από τις ντομάτες. Δηλαδή όταν άνοιγε την ντομάτα η μητέρα μου, μύριζε όλο το σπίτι, ενώ τώρα δεν μυρίζει. Είναι μια μυρωδιά και μια γεύση που την έχω ξεχάσει. Τη θυμάμαι απλώς αλλά δεν τη ζω σήμερα.

Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την τέχνη; Υπήρχαν καλλιτεχνικές επιρροές στην οικογένειά σας;

* Όχι. Η οικογένειά μου ήταν αγροτική οικογένεια. Αγρότες και ασπούδαχτοι άνθρωποι ήταν οι γονείς μου. Αλλά είχαν μια, θα έλεγα, ψυχική καλλιέργεια. Υπήρχε όμως μια δανειστική βιβλιοθήκη στο χωριό κι εγώ είχα μια μανία: Να διαβάζω. Πήγαινα λοιπόν εκεί, γιατί ήμασταν φτωχοί άνθρωποι. Δεν είχαμε βιβλιοθήκη στο σπίτι εκείνα τα χρόνια, κι έτσι πήγαινα στη βιβλιοθήκη της κοινότητας και δανειζόμουνα Ιούλιο Βερν και όλα αυτά που διάβαζαν τότε τα παιδιά. Σιγά σιγά ανάμεσα σε αυτά τα διαβάσματα, απ’ την ηλικία μου κιόλας τη σχολική του Δημοτικού, ανακάλυψα τον Παπαδιαμάντη, τον οποίο πρέπει να σας πω ότι τον διαβάζω ως και σήμερα, είναι ο αγαπημένος μου συγγραφέας.

Είχατε ανακαλύψει το δικό σας ήρωα στις σελίδες αυτών των βιβλίων;

* Εμείς το μόνο που είχαμε τότε ήταν το θέατρο σκιών, ο Καραγκιόζης δηλαδή, το οποίο το έβλεπα εγώ ως παιδί με δέος, έβλεπα τις φιγούρες, μου δημιουργούσε ένα θαυμασμό κι ένα φόβο μαζί. Οι σκιές μου έκαναν μεγάλη εντύπωση. Και μετά τα μπουλούκια της εποχής εκείνης που περιόδευαν κι έπαιζαν στο καφενείο του χωριού.

Ποιες είναι οι σημαντικότερες σκηνές που έχετε από εκείνα τα χρόνια;

* Η πρώτη παράσταση που είδα ήταν στο καφενείο του χωριού μου, η «Γκόλφω», την οποία και είχα την τύχη να παίξω πέρυσι στο Εθνικό Θέατρο στην Επίδαυρο.

Είδατε την «Γκόλφω» τότε. Και μετά τόσες δεκαετίες που περάσανε παίξατε κι εσείς σ’ αυτή την παράσταση.

* Ναι. Αυτό είναι μια ευτυχισμένη στιγμή. Δηλαδή είναι μια συνάντηση με το παρελθόν, ένας κύκλος. Όμως δεν ήταν εύκολο εγώ να διατυπώσω στην οικογένειά μου την επιθυμία μου να πάω στο θέατρο. Εξάλλου δεν το είχα και ξεκάθαρο στα δεκαεφτά μου χρόνια που τελείωσα το σχολείο, κι έτσι πήγα στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στα χρόνια του πανεπιστημίου έμπλεξα με το φοιτητικό θίασο κι έτσι βασικά γεννήθηκε, ξεκαθάρισε μάλλον, η αγάπη μου για το θέατρο και τελειώνοντας τη Νομική πήγα αμέσως στη δραματική σχολή.

Τελειώσατε τη Νομική αλλά δεν θελήσατε να ακολουθήσετε καριέρα δικηγόρου;

* Όχι, γιατί αφού αγαπούσα το θέατρο, εκεί πήγα.

Ποιες ήταν οι πρώτες δουλειές που κάνατε, ποιες ήταν οι πρώτες συνεργασίες;

* Είχα την τύχη να είμαι στη σχολή του Λαϊκού Πειραματικού Θεάτρου την οποία διηύθυνε ένας πολύ σπουδαίος άνθρωπος του θεάτρου, ο Λεωνίδας Τριβιζάς. Κι είχα την τύχη να παίξω στο θέατρό του με τον Βασίλη Διαμαντόπουλο, έναν ηθοποιό που θαύμαζα πάρα πολύ, ήταν το πρότυπό μου ο Διαμαντόπουλος ο Βασίλης, και κοντά στο δάσκαλό μου και στο θίασό του πρωτόπαιξα εκεί στο Λαϊκό Πειραματικό Θέατρο, που είναι σήμερα το θέατρο «Πορεία» του Δημήτρη Τάρλοου, στο οποίο πρόπερσι έπαιξα κι εκεί. Πάλι εκεί είχα έναν κύκλο, κι εκεί πάλι συναντήθηκα με το παρελθόν μου. Μου συμβαίνουν αυτά καθώς μεγαλώνω, να συναντώ στιγμές από το παρελθόν μου σε μια νέα διάσταση. Με συγκινεί πολύ αυτό.

Από την εμπειρία τη συσσωρευμένη που έχετε, ποιες είναι οι πιο «ευωδιαστές» επαγγελματικές σας αναμνήσεις. Αυτές που είχαν μια όμορφη αλληλεπίδραση;

* Τα πρώτα χρόνια έπαιζα ως ηθοποιός στο θέατρο, αργότερα όμως στράφηκα στη σκηνοθεσία. Πολλά χρόνια σκηνοθετούσα και δίδασκα. Μάλιστα δίδασκα, όχι τόσο πολύ σε δραματικές σχολές, όσο σε γυμνάσια και λύκεια. Δίδασκα τη δραματική αγωγή. Κι ήταν κάτι που μου άρεσε πάρα πολύ να είμαι σε επαφή με τους μαθητές, με τους φοιτητές. Έτσι λοιπόν από την εποχή που σκηνοθετούσα έχω έντονες αναμνήσεις. Τώρα έτσι όπως το σκέφτομαι θυμάμαι τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος», του Γιάννη Ρίτσου, που είχα ανεβάσει με την Έφη Ροδίτη. Ήταν μια πολύ ευτυχισμένη συνεργασία, που ανεβάστηκε στην Αθήνα, πήγε στις Βρυξέλλες, πήγε στο Λονδίνο, μέχρι φτάσαμε και παίξαμε στη Μονεμβασιά στην αυλή του πατρικού του Ρίτσου, με το φεγγάρι. Ήταν πολύ συγκινητικό και υπέροχο.

Κάποια άλλα θεατρικά «ταξίδια» που έχετε κάνει;

* Άλλες στιγμές που σκέφτομαι τώρα έντονα είναι όταν στη Χίο, στο Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο, στο ΔΗΠΕΘΕ που λέμε. Ταξιδεύαμε στη Χίο, στη  Μυτιλήνη και στη Λήμνο με δύο διηγήματα του Παπαδιαμάντη, που όπως σας είπα και πριν τον αγαπώ πολύ. Τα είχα ανεβάσει θεατροποιημένα και ακόμα είχαμε ανεβάσει στη Χίο τον «Ερωτόκριτο». Παίζαμε σε προαύλια μοναστηριών, σε πλατείες, στα υπέροχα χωριά του νησιού. Αυτές είναι οι έντονες αναμνήσεις μου την εποχή που σκηνοθετούσα και δίδασκα.

Αυτά ως σκηνοθέτης. Ως ηθοποιός;

* Τώρα την τελευταία δεκαετία, επέστρεψα πάλι ως ηθοποιός στο θέατρο κι αυτό το οφείλω στην Πηγή Δημητρακοπούλου, που με κάλεσε σε ένα σπουδαίο έργο που παίξαμε στο «Αγγέλων Βήμα» στον «Επαγγελματία» του Κοβάσεβιτς. Κι από εκεί ξεκίνησε μια πορεία συνεργασιών με πολύ σημαντικούς ανθρώπους, όπως με τον Στάθη Λιβαθινό, με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό, με τον Νίκο Καραθάνο. Μαζί τους συνεργάστηκα επανειλημμένα, περισσότερο από μία φορά. Με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό, τώρα με τον «Φάουστ», ήταν η τρίτη συνεργασία που είχαμε. Και το χαίρομαι αυτό που επέστρεψα στην ηθοποιία γιατί είναι σαν να μου έχει δοθεί ένα δώρο να μαθητεύω, να συνεργάζομαι με νεότερους συναδέλφους, να βρίσκομαι στη σκηνή με νέους που τους θαυμάζω πάρα πολύ, οι οποίοι είναι πολύ άξιοι, αξιότεροι θα έλεγα από τη γενιά μας. Τραγουδούν, χορεύουν, είναι καλλιεργημένα παιδιά και είναι παιδιά με κοινωνικές ευαισθησίες και ανησυχίες και αυτό με ευχαριστεί πολύ.

Έχει τύχει να συνεργαστείτε με ηθοποιούς που υπήρξαν μαθητές σας;

* Ναι, έχει συμβεί κι αυτό και ήταν πάρα πολύ ωραίο. Στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Ας πούμε πριν μιλούσαμε για τη Μαρία Καλλιμάνη, μια ηθοποιό που θαυμάζω. Υπήρξε μαθήτριά μου η Μαρία και παίξαμε μαζί στην ταινία του σπουδαίου κινηματογραφιστή Γιάννη Οικονομίδη, «Το μικρό ψάρι». Στην ταινία αυτή παίζουμε δύο μικρούς ρόλους, κάνουμε μικρές εμφανίσεις εγώ κι η Μαρία. Μ’ αρέσει πολύ που συνεργάζομαι με καλλιτέχνες που έχουν μια σύγχρονη ματιά στα πράγματα.

Εισπράττετε ευγνωμοσύνη σήμερα από τους νέους ανθρώπους, νιώθετε ότι τους εμπνέετε;

* Κοιτάξτε… δεν ξέρω αν τους εμπνέω. Αυτό θα μπορούσαν εκείνοι να το πουν. Εγώ μπορώ να πω ότι χαίρομαι.

Εγώ νομίζω ότι έχει τύχει να το ακούσω.

* Χαίρομαι. Μακάρι. Αυτό είναι πολύ ευχάριστο. Τους θαυμάζω, κι επειδή όπως ξέρετε ο γιος μου είναι ηθοποιός και μουσικός (σ.σ. Άρης Μπινιάρης) και η κόρη μου είναι μουσικός καμαρώνω πολύ. Και για τα παιδιά μου και για τους νέους καλλιτέχνες.

Ποιο είναι το πιο δύσκολο κομμάτι, κατά τη γνώμη σας, στην υποκριτική;

* Κοιτάξτε τώρα ανοίγουμε ένα μεγάλο θέμα, το οποίο δεν μπορεί να απαντηθεί με λίγες λέξεις, γιατί η συνεργασία μου τα τελευταία χρόνια με τους ανθρώπους που σας προανέφερα και κυρίως με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό, με έχει μάθει να μην πιστεύω πια στην κλασική ορολογία της υποκριτικής, όσο σε αυτό που λέμε αφήγηση. Αφηγούμαι μια ιστορία. Αφηγούμαι μια ιστορία, όχι με τον τρόπο ενός παραμυθά μόνο, αλλά και ως ηθοποιός αφηγούμαι αυτή την ιστορία. Με έναν τρόπο ρυθμικό, μουσικό, εκφραστικό. Δεν ξέρω αυτό το θέμα της υποκριτικής με τον ψυχολογικό χαρακτήρα του ρόλου, δεν το έχω ερευνήσει και δεν ξέρω πόσο θα μου ταίριαζε αλλά μου αρκεί που και στην «Γκόλφω» ήταν μια αφήγηση, αν το δει κανείς βαθύτερα, όπως και στον «Φάουστ» υπήρχε ένας ποταμός αφήγησης. Οι δυσκολίες βρίσκονται πάντα για τον ηθοποιό, όταν έρχεται ένα κείμενο μπροστά του. Πώς να το διαχειριστεί, πώς να το εκφράσει, πώς να το μιλήσει. Να βρει τους ιδιαίτερους τόνους και ρυθμούς, για να το χαρίσει στο κοινό του ή πως αυτό το κείμενο θα δονήσει τον ηθοποιό στο σώμα του και στις διαθέσεις του. Δεν είμαι άλλωστε θεωρητικός και δεν έχω διερευνήσει άλλωστε πολύ την τέχνη της υποκριτικής για να σας μιλήσω θεωρητικά. Ως πρακτικός άνθρωπος του θεάτρου σας μιλώ.

Αφήγηση ήταν επίσης και με τον Σίμο Κακάλα αυτό που κάνατε στο Φεστιβάλ το καλοκαίρι του 2013 στην Επίδαυρο;

* Εκεί ήταν μια καθαρή αφήγηση ενός λαϊκού παραμυθιού από το Καστελόριζο. Κλήθηκα εκεί για να αφηγηθώ αυτό το λαϊκό παραμύθι κι ήταν πάλι μια συνεργασία που είχα με νέους, όπως σας έλεγα πριν. Βρέθηκα εκεί χάρη στον φίλο μου τον Νίκο Παναγιωτόπουλο, τον ποιητή και μεταφραστή, για το έργο «Σύσσημον». Φυσικά εκεί ήταν μια καθαρή αφήγηση ενός παραμυθά.

Μια καθαρή αφήγηση, η οποία ήταν συγκλονιστική και μας μάγεψε όσους βρισκόμαστε εκείνη την ημέρα σε εκείνη την παράσταση.

* Μακάρι, κι όταν λέω αφήγηση, για όλα τα υπόλοιπα εννοώ πως όλα είναι αφήγηση. Με την έννοια δηλαδή του ότι αφηγούμαστε μια ιστορία. Αυτό είναι μια αρχαία πανάρχαια τέχνη, αν ξεκινήσει κανείς από την Οδύσσεια, φτάσει στο αρχαίο δράμα και συνεχίσει στο σήμερα. Την αφήγηση αυτή ο ηθοποιός με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, οφείλει να τη χαρίσει στο κοινό του, αφού ο ίδιος αφήσει ένα περιθώριο μιας εσωτερική δόνησης, σε σχέση με τις αξίες που μιλούν για τον άνθρωπο. Γιατί, εντέλει, η τέχνη είναι για τον άνθρωπο. Αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Γεννήθηκε για να παρηγορεί τον άνθρωπο από την αγωνία της ύπαρξής του.

Ήθελα να σας ρωτήσω η σταδιοδρομία ενός καλλιτέχνη και ειδικότερα ενός ηθοποιού πόσο αγχωτική μπορεί να είναι;

* Κοιτάξτε, δεν έχω κάνει καριέρα ηθοποιού και είναι κάτι που δεν με απασχόλησε. Κινήθηκα με μία, θα έλεγα, ευχάριστη διάθεση και στη διδασκαλία και στη σκηνοθεσία και στην ερμηνεία. Έτσι αντί να πω «κάνω καριέρα», λέω «κάνω θέατρο». Δηλαδή αγαπώ το θέατρο και δεν μπορώ να πω ότι είμαι ηθοποιός καριέρας. Δεν είμαι ηθοποιός καριέρας, δεν είμαι δηλαδή πρωταγωνιστής του θεάτρου για να έχω διανύσει μια πορεία μεγάλη. Περισσότερο θα έλεγα ότι είμαι ένας άνθρωπος που αγαπάει το θέατρο παρά ένας ηθοποιός, αν και αντιμετωπίζω το επάγγελμά μου πολύ σοβαρά. Παρ’ όλα αυτά δεν νιώθω επαγγελματίας. Πώς να σας το πω; Με την έννοια του να αγχώνομαι. Τα δέχομαι όσα έρχονται ως δώρα και όσο μεγαλώνω δεν βιάζομαι.

Είναι πολύ σοφή η αντίληψή σας, η φιλοσοφία αυτή. Τρακ έχετε;

* Ναι. Πάντα πριν βγούμε στην παράσταση, πριν εμφανιστούμε στη σκηνή, πάντα έχουμε μια μικρή αγωνία, μια μικρή ταραχή. Δεν μπορούμε να είμαστε με το τσιγάρο στο στόμα και με τα χέρια στις τσέπες και να λέμε αυτό που λένε σήμερα «το ‘χω». Τι θα πει «το ‘χω». Τίποτα δεν έχουμε. Τα πάντα είναι προς διερεύνηση, προς ανακάλυψη. Και φυσικά έχω τρακ, πάντα, αλλά μια αγωνία ελεγχόμενη, η οποία έπειτα από δύο τρία λεπτά στη σκηνή ξεχνιέται γιατί σε οδηγεί το ποτάμι της ιστορίας.

Και μπορεί να γίνει και δημιουργική, να εξελιχθεί…

* Ασφαλώς. Πρέπει να γίνεται δημιουργική.

Θυμάστε όλα αυτά τα χρόνια, είτε ως σκηνοθέτης, είτε ως ηθοποιός, κάτι απροσδόκητο να σας συνέβη στη σκηνή ή στο πλατό;

* Στο πλατό δεν έχω μεγάλη εμπειρία, τώρα τα τελευταία χρόνια θα έλεγα ότι με ανακάλυψε ο κινηματογράφος και κυρίως οι νέοι κινηματογραφιστές κι αυτό είναι μια εμπειρία η οποία μου δίνει πολλή χαρά γιατί το θεωρώ σαν ένα παιχνίδι που μου δόθηκε να παίζω. Στο θέατρο βέβαια, όπως σε όλους, έχουν συμβεί και ατυχήματα και να κλείσει η φωνή μου και κάποτε σε μια περιοδεία είχα σπάσει το πόδι μου, διάφορα τέτοια συμβάντα της ζωής. Πάντα αντιμετωπίσιμα όμως…

Ποιες δεξιότητες πιστεύετε ότι είναι απαραίτητες για να γίνει κάποιος ηθοποιός;

* Αυτό δεν μπορώ να το ξέρω γιατί δεν είμαι δάσκαλος ηθοποιών. Παρότι έχω διδάξει κάποια χρόνια, δεν θεωρώ τον εαυτό μου ότι είμαι δάσκαλος ηθοποιών, να δώσω μια απάντηση, μια συμβουλή. Αυτό που θεωρώ από προσωπική μου εμπειρία είναι ότι χρειάζεται κανείς να έχει μεγάλη πίστη, μεγάλη αγάπη στο θέατρο και απέραντη υπομονή. Σκληρή εργασία και συναδελφικότητα. Οι δεξιότητες καμιά φορά έχουν δοθεί κι από τον Θεό ας πούμε. Θέλω να πω να τραγουδάει κανείς ωραία, να χορεύει κανείς ωραία, να έχει ωραίο παρουσιαστικό, αυτά είναι δώρα από τη φύση. Από εκεί και πέρα η καλλιέργεια, θα έλεγα, αυτό που μου αρέσει στους ηθοποιούς, που θαυμάζω, είναι η πνευματικότητά τους, η βαθιά πνευματικότητά τους όχι η θεωρητική τους κατάρτιση. Την πνευματικότητα τη θεωρώ ως βαθιά καλλιέργεια και ευαισθησία.

Και ευγένεια;

* Ασφαλώς, μιας και στην εποχή που ζούμε, δυστυχώς, περισσεύει η αγένεια.

Πιστεύετε ότι ένα μέτριο ταλέντο με την πίστη, αυτό που είπατε με την πίστη και με την πολύ δουλειά μπορεί να διαπρέψει, ενώ αντιθέτως ένα μεγάλο ταλέντο μπορεί να καταβαραθρωθεί αν δεν έχει αφοσίωση σ’ αυτό που κάνει;

* Με δυσκολία απαντώ στις ερωτήσεις σας, επειδή κυρίως μπορώ να μιλήσω μόνο για την προσωπική μου εμπειρία. Γιατί ο δρόμος στην τέχνη, για τον κάθε καλλιτέχνη, είναι δρόμος προσωπικός και μοναχικός. Αυτό που λέτε εσείς, έχει συμβεί κατά καιρούς. Λένε κάποιοι για παράδειγμα ότι ο Μινωτής ήταν μετρίων δυνατοτήτων αλλά πολύ σκληρός εργάτης. Η Παξινού ήταν ένα χαρισματικό πρόσωπο κι έτσι έφτασαν να παίζουν σε ένα ίδιο επίπεδο. Μπορεί να συμβεί ένα σπουδαίο ταλέντο να χαθεί. Δεν γνωρίζω και δεν ξέρω ακριβώς τι σημαίνει ταλέντο. Θέλω να πω, διακρίνω τους ανθρώπους περισσότερο σε πνευματικούς και ακαλλιέργητους κι όχι τόσο σε ταλέντα και μη ταλέντα. Ο κάθε άνθρωπος έχει μια δυνατότητα, ο άλλος την καλλιεργεί προς ένα δρόμο του να αποδείξει κάτι, ή να εντυπωσιάσει. Άλλος καλλιεργεί τις δυνατότητές του για να χαρίσει στους ανθρώπους μια στιγμή συγκίνησης, για να πάρει και μια στιγμή συγκίνησης.

Ποια πιστεύετε ότι είναι τα πλεονεκτήματά σας και ποια μειονεκτήματα έχετε;

* Ως άνθρωπος είναι δύσκολο να το πω γιατί δεν «βλέπουμε» τον εαυτό μας. Τον γνωρίζουμε σιγά σιγά μέχρι τα βαθιά γεράματα και πάλι εντελώς δεν θα τον γνωρίσουμε ποτέ. Παρ’ όλα αυτά, εγώ ως ηθοποιός, τα προσόντα που έχω είναι ότι είμαι συνεπής, εργατικός, συνεργατικός και ήσυχος. Τα ελαττώματά μου, αν θεωρηθεί αυτό ελάττωμα, που δεν το θεωρώ, είναι ότι δεν διεκδικώ, δεν φιλοδοξώ, δεν αγωνιώ, δεν ξετρελαίνομαι να κάνω το μεγάλο ρόλο. Με χαρά υπηρετώ. Με ενδιαφέρει πιο πολύ με ποιον θα συνεργαστώ, παρά τι ρόλο θα παίξω. Στη σημερινή εποχή θεωρείται ελάττωμα το να μη διεκδικεί κανείς, αλλά δεν με ενδιαφέρει. Μου αρέσει που μπορώ να παραμένω ένα χωριατόπαιδο και στα εξήντα τόσα μου χρόνια.

Έχετε συνεργαστεί με τόσους σκηνοθέτες που είναι οι κορυφαίοι που έχουμε αυτή τη στιγμή στην ελληνική σκηνή, όπως ο Μαρμαρινός, όπως ο Λιβαθινός, ο Καραθάνος αλλά και με νεότερους βέβαια, όπως ο Σίμος Κακάλας. Θέλετε να πείτε κάτι που μάθατε από αυτούς τους ανθρώπους;

* Πάρα πολλά. Κι επειδή υπάρχουν ευτυχώς και αρκετοί άλλοι, θα ήθελα πολύ να συνεργαστώ και με άλλους. Όπως ας πούμε με την Άντζελα Μπρούσκου που τη θαυμάζω, ή με τον Βασίλη Παπαβασιλείου, έναν πολύ σημαντικό άνθρωπο του θεάτρου. Έμαθα πολλά πράγματα από όλους. Με τον Νίκο Καραθάνο παίρνει κανείς τη βαθιά αγάπη γι’ αυτό που δημιουργεί και κυρίως επειδή συνεργάζεται στενά με τους άλλους πάνω στη σκηνή. Ο Στάθης Λιβαθινός έχει τη δική του μέθοδο, ένας καλλιεργημένος άνθρωπος, που σπούδασε στη Ρωσία. Η Πηγή Δημητρακοπούλου, η οποία είναι και φίλη μου πια, με έμαθε να έχω περισσότερη εμπιστοσύνη στον εαυτό μου πάνω στη σκηνή.

Υπάρχει κάτι που δεν ξέρατε για τον εαυτό σας;

* Με τον Μαρμαρινό δοκίμασα τις αντοχές μου. Να είμαι οκτώ ώρες σε πρόβα με ένα διάλειμμα και να αντέχω. Αυτό μου άρεσε πολύ που το διαπίστωσα: Το ότι αντέχω. Με τον Μιχαήλ ανανεώθηκε το ενδιαφέρον μου για το θέατρο και την έρευνα. Πάντως για όλους τους σκηνοθέτες θα μπορούσα να μιλάω με τις ώρες. Όλοι είναι ξεχωριστοί.

Πόσο ρόδινα είναι σήμερα τα πράγματα στο θέατρο με την κατάσταση αυτή που επικρατεί, με την κρίση που είναι διάχυτη γύρω μας και γιατί πολλοί ταλαντούχοι ηθοποιοί αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα όνειρά τους;

* Ε, αυτό είναι ένα πρόβλημα γενικότερο. Δηλαδή η δυσκολία στο θέατρο είναι η δυσκολία γενικότερα των νέων στη χώρα που ζούμε με την κατάσταση που ζούμε. Έχει αντίκτυπο και στο θέατρο η ανεργία, κυρίως η ανεργία. Οι νέοι ηθοποιοί παίζουν κάπου και δεν πληρώνονται ή αναγκάζονται να κάνουν κι άλλες δουλειές.

Υπάρχει λύση γι’ αυτό το πρόβλημα;

* Θα πω κάτι γενικό αλλά το πιστεύω: Όταν κανείς επιμείνει πάρα πολύ σε αυτό που πιστεύει, θα βρει την άκρη. Θα τη βρει την άκρη, ακόμα και μέσα στην κρίση. Όλοι ξέρουμε ότι η κρίση που ζούμε δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι και κρίση αξιών. Αξίζει λοιπόν κανείς να επιμείνει σ’ αυτό το χαλασμό που γίνεται γύρω μας, να επιμείνει κανείς σταθερά σε κάτι που πιστεύει και που έχει να κάνει με την ανύψωση του ανθρώπου και με την αξιοπρέπειά του.

Συναντώ πολλούς νέους ηθοποιούς που δεν πληρώνονται. Πώς μπορούν να αντιμετωπίσουν αυτή την κατάσταση;

* Θα βρουν τρόπο οι νέοι φτιάχνοντας ομάδες και διεκδικώντας τη ζωή τους. Θα βρουν τρόπο. Δεν είμαι εγώ αυτός που θα τους συμβουλέψει. Όλοι παιδευτήκαμε σε αυτή τη ζωή. Κυρίως όσοι επιμείναμε στο να μην κάνουμε διαφήμιση και να μην κάνουμε προχειρότητες στην τηλεόραση. Ο ηθοποιός θα πει να μάθει να ζει λιτά. Αυτός θα ήταν ο ορισμός που θα έδινα για τη ζωή του ηθοποιού: Ένας άνθρωπος που ζει λιτά.

Είναι και ασκητής ο ηθοποιός, κατά κάποιο τρόπο, ή μπορεί να είναι και ασκητής και πρωταθλητής;

* Αυτές μπορεί να είναι λίγο μεγάλες έννοιες και δεν τολμώ να τις πω. Είναι ένας εργαζόμενος άνθρωπος, ένας πνευματικός άνθρωπος, που αν θέλει να τραβήξει έναν ασκητικό δρόμο είναι θεμιτό, αν θέλει να είναι πρωταθλητής είναι κι αυτό θεμιτό. Όλα είναι θεμιτά. Αρκεί να ανταποκρίνονται σε αυτό που σας είπα στην αρχή. Η εξίσωση πρέπει να βγάζει πάντα στην άλλη πλευρά τη λέξη Άνθρωπος.

Θα ήθελα να μου πείτε αν υπάρχουν κάποιοι ρόλοι που θα θέλατε μελλοντικά να ερμηνεύσετε;

* Για να είμαι ειλικρινής δεν έχω καθόλου -ευτυχώς- αυτή την αγωνία.

Γιατί το θέατρο είναι σημαντικό για έναν πολιτισμό;

* Αυτό έχει απαντηθεί από την εποχή του Αισχύλου και του Σοφοκλή. Η δημοκρατία, δηλαδή η αρχαία ελληνική δημοκρατία, ο αρχαίος πολιτισμός, το θέατρο το είχε σε περίοπτη θέση, γιατί είναι ένα σχολείο γνώσης, έκφρασης, παρηγοριάς του ανθρώπου. Γι’ αυτό το λόγο υπήρξε, υπάρχει και θα υπάρχει ό, τι κι αν γίνει. Έχει απαντηθεί το ερώτημα αυτό από σπουδαιότερους από εμένα.

Εάν ερχόταν κάποιος, αν όχι ο γιος σας, κάποιος νεαρός σπουδαστής δραματικής τέχνης σήμερα και σας ρωτούσε τι να κάνει για να ακολουθήσει τη δική σας πορεία, αυτή την όμορφη και σεμνή πορεία που είχατε μέχρι τώρα, τι θα του λέγατε;

* Θα του έλεγα να ακολουθήσει το δρόμο της καρδιάς του κι όχι να ακούσει εμένα, δεν μπορώ να δώσω συμβουλή σε κανέναν. Κάθε άνθρωπος χαράσσει την προσωπική του πορεία. Χαίρομαι να συνεργάζομαι με τους νέους, όπως σας είπα προηγουμένως, και ως συναδέλφους και να με σκηνοθετούν. Πριν δεν είπαμε πως έχω συνεργαστεί και με τη Γιολάντα Μαρκοπούλου, υπέροχη σκηνοθέτις, πολύ σοβαρό κορίτσι και καλλιεργημένο. Καθόμασταν και άκουγα τι θα μου πει, τι έχει να μου πει και τι εγώ μπορώ να κάνω. Έχω μάθει να ακούω. Αυτό δεν γίνεται εύκολα, έχω κάνει κι εγώ μια εσωτερική διεργασία στο να είμαι υπομονετικός και ήσυχος. Κανείς δίνει έναν αγώνα για να είναι έτσι, γιατί ξεφυτρώνουν τα ζιζάνια της προβολής, του εγωισμού. Ξεφυτρώνουν στον κάθε άνθρωπο. Εντάξει, ας ακολουθήσει ο καθένας το δρόμο του, γιατί να ακολουθήσει το δικό μου. Θέλω να πω, οι νέοι ξέρουν τι θα κάνουν. Εγώ δεν συμβουλεύω καν το γιο μου, πόσω μάλλον να συμβουλέψω τους άλλους.

Υπάρχουν κάποιοι που ευθύνονται, κατά τη γνώμη σας, για την κρίση στην οποία έχουμε φτάσει σήμερα, δεν εννοώ την οικονομική μόνο αλλά και την κρίση αξιών, για όλα αυτά που είπατε.

* Πάλι θα είμαι επιφυλακτικός σε αυτή την απάντηση γιατί ούτε βαθιά πολιτική σκέψη διαθέτω, ούτε θεωρητικός είμαι. Παρ’ όλα αυτά ως ένας άνθρωπος του σήμερα βιώνω κι εγώ μια πραγματικότητα που από την πλευρά των περισσοτέρων πολιτικών έχει απαξιώσει την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Ασφαλώς και ευθύνονται όσοι μας κυβέρνησαν τα τελευταία χρόνια, ασφαλώς και ευθύνονται και οι δάσκαλοι και οι καλλιτέχνες και οι δημοσιογράφοι. Θέλω να πω εντέλει, ουδείς ανεύθυνος. Εν τούτοις, το μερίδιο της ευθύνης που αναλογεί στον καθένα είναι διαφορετικό. Δηλαδή εγώ, αν φροντίζω να μην πετάω τα σκουπίδια μου έξω από την πόρτα του αλλουνού, αυτό είναι μια ευθύνη που έχω ως πολίτης, ή να μη σπρώχνω στο μετρό για να μπω ή να βγω ή να μη μιλάω προσβλητικά σε ένα σερβιτόρο, αυτά μπορώ να τα κάνω. Τα υπόλοιπα ας τα επωμιστούν αυτοί που ξέρουν, οι νέοι, οι πολιτικοί και όλοι αυτοί.

Θέλετε να μου μιλήσετε για την παράσταση στην οποία συμμετέχετε τώρα;

* Τώρα έχω τη μεγάλη τύχη να είμαι πάλι με τον Νίκο Καραθάνο, ένα σκηνοθέτη που αγαπώ πολύ, όπως είπαμε. Ανεβάζουμε το «Δεκαήμερο» του Βοκάκιου στο Εθνικό Θέατρο. Κι αυτό είναι θαυμάσιο, γιατί μετά την «Γκόλφω» ο Νίκος αποπειράται να δουλέψει πάλι πάνω σε κάποιες τρυφερές ιστορίες ανθρώπων με χιούμορ και με συγκίνηση, όπως είναι οι γνωστές ιστορίες του Βοκάκιου.

Θέλετε να πούμε κάτι ειδικότερα για το ρόλο που παίζετε εσείς;

* Όλοι μας, η ομάδα των ηθοποιών, δεν έχουμε ένα ρόλο αλλά έχουμε διάφορα μικρά στιγμιότυπα στα οποία εμφανιζόμαστε. Εμφανιζόμαστε σε ιστορίες απλών ανθρώπων, αγαθών, αφελών και έχει πολύ ενδιαφέρον, γιατί δεν χρειάζεται κανείς να έχει ένα παίξιμο ας πούμε, όπως λέμε παίξιμο, αλλά περισσότερο ο Νίκος ζητάει την αθωότητά μας, την αφέλειά μας.

Έχετε προσωπικό χρόνο και πώς τον αξιοποιείτε;

* Επειδή όπως σας είπα πριν, θέλω να είμαι ένας αθόρυβος άνθρωπος, να μην προσθέτω θόρυβο στον ήδη υπάρχοντα θόρυβο, μ’ αρέσει πολύ να πηγαίνω στο σινεμά, να βλέπω τους φίλους μου, να πηγαίνω σε ένα ταβερνάκι, να διαβάζω, να ακούω μουσική από το ραδιόφωνο, απλά πράγματα.

Η σχέση σας με τα ζώα, η επαφή σας με τα ζώα ποια είναι; Μου είπατε στην αρχή ότι έχετε τις μνήμες των παιδικών σας χρόνων από τους ήχους των ζώων στην ύπαιθρο…

* Δεν έχω τώρα, είχα όμως κατά καιρούς γάτες, τις αγαπώ πολύ, μ’ αρέσουν πολύ. Είχα γιατί τις ήθελε πολύ και η κόρη μου, μάλιστα τις μάζευε, τραυματισμένες γάτες από το δρόμο και τις έφερνε και τις γιατρεύαμε. Τώρα αυτό τον καιρό δεν έχω γιατί έχω αλλάξει σπίτι και δεν έχω, αλλά θα το σκεφτώ πάλι…

Κύριε Μπινιάρη, σας ευχαριστώ θερμά που με εμπιστευθήκατε. Σας ευχαριστώ θερμά για τα διαμάντια εμπειρίας που μας χαρίσατε.

* Και εγώ σας ευχαριστώ…

* Οι φωτογραφίες είναι του www.catisart.gr

Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε atisart.gr τον Απρίλιο του 2014