Οι δημοσιογράφοι, το Αυτόφωρο και η αναγκαία κατάργηση

0
163

Του Παναγιώτη Στάθη

Η εικόνα ήταν αποκρουστική: Δημοσιογράφοι οδηγούνταν στο Αυτόφωρο μετά από μηνύσεις, κυρίως πολιτικών προσώπων που «θίγονταν» από τα δημοσίευμά τους. Πολλές φορές βέβαια κάποιος για να αποφύγει αυτή την δοκιμασία, πιθανόν να μην έγραφε αυτά που ήξερε, διότι απλώς η απειλή ήταν πάνω στο τραπέζι: Και αυτόφωρο και αγωγή αποζημίωσης. Η πρακτική δε ήταν συνήθης. Η μήνυση υποβαλλόταν Παρασκευή βράδυ σε Αστυνομικό Τμήμα, ο δημοσιογράφος συλλαμβανόταν Σάββατο και έμενε και το Σαββατοκύριακο στο κρατητήριο μέχρι τη Δευτέρα, ώστε  να εμπεδώσει το «μάθημα».

Η πρακτική αυτή, μέρος μιας φάμπρικας κατά των δημοσιογράφων εδώ και πολλά χρόνια, δεν ήταν μοναδικό προνόμιο κανενός κόμματος, καμιάς κυβέρνησης ή κανενός πολιτικού. Με όλες τις εξαιρέσεις ήταν προνόμιο πολλών.

Η κατάργηση αυτής της διάταξης για σειρά αδικημάτων (η οποία δεν αφορά μόνο τους δημοσιογράφους αλλά και τους πολίτες) επαναφέρει την κανονικότητα: Όποιος θίγεται από δημοσίευμα, μπορεί να προσφύγει στη Δικαιοσύνη και ο δημοσιογράφος θα κληθεί στα δικαστήρια να λογοδοτήσει.

Η αλλαγή
Συγκεκριμένα, η προτεινόμενη διάταξη που περιλαμβάνεται στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης το οποίο κατατέθηκε στη Βουλή, εξαιρεί από τη σχετική διαδικασία του Αυτοφώρου τα εγκλήματα των άρθρων 361 (εξύβριση), 362 (δυσφήμηση) και 363 (συκοφαντική δυσφήμηση) του Ποινικού Κώδικα, εκτός αν συντρέχουν ιδιαίτερα σοβαροί λόγοι.

Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, κατά την πρόβλεψη της ισχύουσας διάταξης του άρθρου 417 του ΚΠΔ η τήρηση της διαδικασίας της άμεσης παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, στις περιπτώσεις αυτόφωρης σύλληψής του μετά την τέλεση ορισμένου πλημμελήματος, εξαρτιόταν τελικά από τη δυνατότητα του εισαγγελέα, εφόσον έκρινε ότι συνέτρεχαν λόγοι, να αποφασίσει αν θα εφαρμόσει ή όχι αυτή.

«….Οι διατάξεις αυτές σταθερά εκφράζουν τη βούληση του νομοθέτη η διαδικασία της αυτόφωρης εκδίκασης των πλημμελημάτων να εφαρμόζεται ακριβώς εκεί όπου προσήκει, ώστε η συναφής επιβάρυνση της δικαστικής λειτουργίας και των υπηρεσιών που εμπλέκονται με τη σύλληψη και προσαγωγή του κατηγορούμενου στον εισαγγελέα να μην έχει ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξή τους, προκειμένου, άλλωστε, να επικεντρωθούν στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της βαρύτερης μορφής εγκληματικότητας.

Πηγή