Παραπληροφόρηση στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης

0
2
Γιατί τα
Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης προσφέρουν έδαφος στην παραπληροφόρηση, την
απάτη, τη δυσφήμιση και τη λασπολογία. Ποια είναι η πραγματικότητα όταν
είμαστε «παραμορφωμένοι από την τρυφερή χάρη των κοινωνικών δικτύων».

Κάποια εποχή οι απεργίες των
δημοσιογράφων είχαν άμεση επίδραση στους πολίτες αυτής της χώρας.
Προκαλούσαν ένα αισθητό κενό στην ενημέρωση. Οι εφημερίδες που δεν
έβγαιναν, οι ειδήσεις στα ραδιόφωνα και τα κανάλια που δεν μεταδίδονταν,
γινόντουσαν αντιληπτές σαν μια ενοχλητική σιωπή. Τα Μέσα πληροφόρησης
για το τι γίνεται στον κόσμο και στην χώρα, ήταν κλειστά. Κάθε δημόσιος
διάλογος έπαυε.
Σήμερα, καμία απεργία δημοσιογράφων δεν
δημιουργεί την ίδια αίσθηση. Αυτό οφείλεται εν μέρει στην απαξίωση της
δημοσιογραφίας παντού, και με ιδιαίτερη ένταση (για πολλούς συγκυριακούς
και συστημικούς λόγους) ειδικά στη χώρα μας. Όμως, κυρίως οφείλεται στη
δραματική αλλαγή του τρόπου με τον οποίο ενημερώνεται ένα ολοένα και
μεγαλύτερο μέρος των πολιτών.
Στην Ελλάδα και στον κόσμο ολόκληρο. Το
διαδίκτυο ανέτρεψε το μοντέλο διάδοσης και παραγωγής της ενημέρωσης.
«Εκδημοκράτισε» και κατέστησε απλή την «έκδοση» πάσης φύσεως
δημοσιογραφικών ή ενημερωτικών εγχειρημάτων σε όλο το φάσμα. Από το
ερασιτεχνικό και το ακτιβιστικό μέχρι τα διάφορα ενημερωτικά
«μικρομάγαζα» κάθε είδους. Η κυριαρχία των social media (κοινωνικών
μέσων ή μέσων κοινωνικής δικτύωσης – ΜΚΔ), στη συνέχεια, άλλαξε τελείως
τους τρόπους διάχυσης της είδησης και «προσωποποίησε» τις ροές ειδήσεων
και πληροφορίας.
Οι αλλαγές αυτές δεν είναι κάτι το
δευτερεύον. Επηρεάζουν και μεταβάλλουν δραστικά ολόκληρο το οικοσύστημα
της πληροφόρησης και της δημόσιας συζήτησης· σπάζουν μερικώς (συχνά
εικονικά) την ασυμμετρία μεταξύ πομπού και δέκτη της πληροφόρησης·
αλλάζουν τις πρακτικές και τις δεξιότητες που απαιτούνται από
δημοσιογράφους, δημοσιολογούντες και αναγνώστες· και αυξάνουν το λόγο
θορύβου προς σήμα της διαχεόμενης πληροφορίας.
Στην πορεία δημιουργούν, ή μάλλον
επεκτείνουν από εκεί που την είχε αφήσει η τηλεόραση, μια έρημο του,
κατά Μποντριγιάρ, «υπερπραγματικού», και αναδεικνύονται σε υπονομευτές
της δυνατότητας για έλλογη συζήτηση, κάτι που επικρεμόταν πάντα σαν ένας
από τους λανθάνοντες κινδύνους (ή στόχους;) της μαζικοποίησης των μέσων
ενημέρωσης και της συγκεντρωτικής εμπορευματοποίησής τους.
 Ποσότητες και ποιότητες
Ας πάρουμε τα πράγματα από την ποσοτική τους αρχή: Πυλώνας πλέον της ενημέρωσης σαν μέσο είναι το διαδίκτυο. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ,
στην Ελλάδα το 2014 το 68% περίπου του πληθυσμού έχει πρόσβαση στο
διαδίκτυο.  Το ποσοστό στους κάτω των 44 ετών είναι 83% και πάνω, σε
αντίστροφη αναλογία με την ηλικία. Από αυτούς, το 85% διαβάζει ειδήσεις
online. Το 65% (που γίνεται 88% στις μικρές ηλικίες) μπαίνει στις
σελίδες υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης (όπως facebook, twitter,
instagram κτλ).
Μπορούμε λοιπόν να δούμε πως κατά μέσο
όρο, ήδη στην Ελλάδα, πάνω από τους μισούς κατοίκους της χώρας
ενημερώνονται από το διαδίκτυο. Αν συνυπολογιστεί και η χρήση των
υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης (που φιλοξενούν ενημερωτικούς συνδέσμους
κάθε είδους) το ποσοστό γίνεται τεράστιο, ιδίως στις ενεργές ηλικίες.
Στις ΗΠΑ, το 63% των χρηστών του facebook και του twitter δήλωναν το καλοκαίρι του 2015 στην Pew Research πως οι πλατφόρμες αυτές κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν και τη βασική τους πηγή ειδησεογραφικής πληροφόρησης.
 Τα νέα κανάλια
Συνεπώς, στο κέντρο της «κατανάλωσης
περιεχομένου» γενικά και ειδησεογραφίας (και ανάλυσης) ειδικά,
βρίσκονται, όλο και περισσότερο, τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Οι
πλατφόρμες τους αποτελούν τα νέα «αμφίδρομα» κανάλια. Ήδη στους
περισσότερους ειδησεογραφικούς ιστοχώρους οι παραπομπές συνδέσεων από το
facebook είναι – εδώ και 3-4 χρόνια τουλάχιστον – πολύ περισσότερες από
εκείνες από το Google.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι πλέον
βασικοί κόμβοι στο δίκτυο της πολιτικής οικονομίας των (όχι πια και
τόσο) «νέων» μέσων. Χαρακτηριστικά, το Βαρόμετρο Εμπιστοσύνης της Edelman για το 2016, σε 28 χώρες δείχνει πως πιο αξιόπιστες πηγές ειδήσεων θεωρούνται από τους πολίτες των χωρών αυτών οι μηχανές αναζήτησης.
Η ψαλίδα μεταξύ των παραδοσιακών μέσων (στα οποία περιλαμβάνονται
βέβαια και τα διαδικτυακά τους σκέλη) και των αμιγώς διαδικτυακών
κλείνει – με αυξανόμενη την αξιοπιστία και των ΜΚΔ. Ειδικά στους κάτω
των 33, η ψαλίδα αυτή έχει κλείσει ήδη και ως προς τα διαδικτυακά ΜΜΕ
όσο και ως προς τα ΜΚΔ.
Στην Ελλάδα
Αξίζει να τονίσουμε πως στην Ελλάδα η
απαξίωση της ηλεκτρονικής και έντυπης δημοσιογραφίας έχει οδηγήσει σε
μια πιο «προωθημένη» αποδοχή και θετική αξιολόγηση των ΜΚΔ από ό,τι σε
άλλες χώρες. Έτσι, σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο
του Φθινοπώρου του 2014, η Ελλάδα είναι μια από τις ελάχιστες χώρες
στην ΕΕ στις οποίες το διαδίκτυο διαθέτει μεγαλύτερη αξιοπιστία από ό,τι
τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα και οι εφημερίδες. Επίσης, η Ελλάδα είναι η
πρώτη χώρα στην ΕΕ ως προς τη θετική πρόσληψη της αξιοπιστίας των Μέσων
Κοινωνικής Δικτύωσης.
Έτσι, παρά το γεγονός ότι και στην
Ελλάδα, όπως παντού στη Δύση, η καθημερινή πολιτική ατζέντα κυριαρχείται
ακόμα από τις επιλογές των τηλεοπτικών (βασικά) ΜΜΕ, η υποβάθμιση (στην
Ελλάδα κατάρρευση) της αξιοπιστίας τους, τη δυναμιτίζει, και οδηγεί σε
αρνητική αντιμετώπισή της. Η προωθούμενη εκάστοτε ατζέντα προσλαμβάνεται
από την πλειονότητα, ιδίως των νέων, όλο και περισσότερο με εξαιρετικό
σκεπτικισμό.
Παρότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί το
διαδίκτυο ακόμα για να εστιάσει την κοινή γνώμη εξίσου μαζικά σε
συγκεκριμένα γεγονότα όπως η τηλεόραση, μπορεί να υπονομεύει
αποτελεσματικά και ποικιλοτρόπως τις αφηγήσεις των ΜΜΕ ακολουθώντας την
κοινωνική διάθεση, που είναι απορριπτική σε μεγάλο βαθμό απέναντί τους.
Αυτό, σύμφωνα με όλες τις μετρήσεις, είναι μια ελληνική ιδιαιτερότητα,
που προκαλεί ένταση της σημασίας των ΜΚΔ και του διαδικτύου γενικότερα
στην ενημέρωση σε σχέση με τις περισσότερες άλλες χώρες της ΕΕ ή τις
ΗΠΑ.
Έτσι, ενώ η τηλεόραση (κυρίως) καθορίζει ακόμα το τι συζητείται ευρύτερα, δεν ελέγχει πια καθόλου τον τρόπο
που συζητιέται, αλλά ούτε και τα επιμέρους θέματα και τα πληροφοριακά
αντικείμενα που εξαπλώνονται ατάκτως μέσα από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής
Δικτύωσης και δρουν σωρευτικά και αποτελεσματικότατα σαν διεκδικητές της
προσοχής του χρήστη στο διαδίκτυο σε σχέση με τα προωθούμενα από τα
παραδοσιακά ΜΜΕ.
Τα Μέσα και οι παθολογίες τους
Ας εστιάσουμε στους μηχανισμούς διεκδίκησης της «επισκεψιμότητας».
Αυτοί οι μηχανισμοί διαμορφώνουν ταυτόχρονα και ένα μέρος από τη
μεθοδολογία της διαδικτυακής δημοσιογραφικής πρακτικής. (Αλλά και εκείνη
κάθε διαδικτυακού περιεχομένου προς εμπορευματοποίηση).
Μια από τις βασικές στρατηγικές αύξησης της επισκεψιμότητας ενός ιστοχώρου είναι
  1. Να πείσει / προκαλέσει τους χρήστες των ΜΚΔ να αναπαραγάγουν / αναρτήσουν μια είδησή του και
  2. Να πείσει όσους τη δουν να την αξιολογήσουν θετικά και να κάνουν «κλικ» σε αυτήν.
Σε αυτό το πλαίσιο, για οικονομικούς
λόγους, ένα κυρίαρχο μοντέλο παραγωγής περιεχομένου ξεκινά από τον τίτλο
και φτάνει μόνο μέχρι την περιγραφή. Στα πιο ευτελή από τα «ενημερωτικά
σάιτ» υψηλότερης επισκεψιμότητας («ενημερωτικά μπλογκ» είχε καθιερωθεί
εσφαλμένα να ονομάζονται[1]) η ερεθιστικότητα του τίτλου, παραβαίνει
κάθε δεοντολογική αρχή. Άλλες φορές ανακυκλώνονται ή παραποιούνται
φωτογραφίες, βίντεο ή ειδήσεις παρελθόντων μηνών ή ετών. Άλλες φορές ο
τίτλος δεν προκύπτει από το περιεχόμενο. Πιο συχνά ακόμα ο τίτλος είναι
διατυπωμένος έτσι, ώστε να γαργαλάει την περιέργεια του χρήστη με
διάφορα τρικ κ.ο.κ.
Τερατολογίες
Στην κατώτερη στάθμη αυτής της
παραδημοσιογραφίας (αλλά όχι μόνο πια εκεί), είναι η υιοθέτηση αλλά και η
εφεύρεση συνωμοσιολογικών και κίτρινων τερατολογιών, φημών και λάσπης,
σε συνέχεια της μεγάλης παράδοσης του σκανδαλοθηρικού και κίτρινου
τύπου, αλλά σε κλίμακα και συντονισμό τάξεις μεγέθους μεγαλύτερο από
οτιδήποτε μπορούσε να παραχθεί από έντυπα. Παράλληλα με το κερδώο
σκέλος, ανάλογες τεχνικές χρησιμοποιούνται και στο κομμάτι της
εξυπηρέτησης οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων. Άρα, η ροή της
πληροφόρησης μέσα στα ΜΚΔ είναι σε συνεχείς ρήξεις με το πραγματικό.
Μάλλον, για την ακρίβεια, σε σχέση υποβολιμιαίας δημιουργικής
επανερμηνείας και επαύξησής του…
Θα μπορούσε κανείς να αντείπει πως
παράλληλα με τις παθολογίες αυτές, έχει δημιουργηθεί ένας ζωτικός και
ευρύτατος χώρος δημόσιας συζήτησης. Πως έχει αποδοθεί σε αδρανείς μέχρι
τώρα αναγνώστες / τηλεθεατές η δυνατότητα ενεργούς παρέμβασης και στη
διανομή και στην παραγωγή πληροφορίας. Αν και αυτό είναι εν μέρει
αλήθεια, τόσο το ιδιωτικοποιημένο περιβάλλον των υπηρεσιών κοινωνικής
δικτύωσης και το ιδεολογικό πλαίσιο των συμφραζομένων τους[2], όσο και η
παραμένουσα ασυμμετρία ισχύος της πληροφόρησης, αλλά και της
δυνατότητας διαφημιστικής προώθησης περιεχομένου που δίνουν οι
πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, δρουν στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση.
Δυσλειτουργίες
Παρακάτω θα περιγράψω μερικές μόνο από
τις δυσλειτουργίες / παθολογίες που γεννά η νέα κεντρικότητα των ΜΚΔ
στην παραγωγή, διάχυση και πρόσληψη της πληροφόρησης.
Η δομική μη-αντιστρεψιμότητα της παραπληροφόρησης
Άπαξ και κάτι κυκλοφορήσει στο διαδίκτυο
και μοιραστεί στα social media είναι αδύνατον να αποσυρθεί και δυνητικά
θα κυκλοφορεί κατά κύματα αέναα, χωρίς δυνατότητα διόρθωσης, ακόμα και
αν αποδειχθεί περίτρανα το αβάσιμό του, παρά μόνο για το πολύ μικρό
κομμάτι εκείνων που και διαβάζουν τα σχόλια των άλλων και καταλαβαίνουν
τι σημαίνει τεκμηρίωση. Οι δυνατότητες ατέρμονης παραπληροφόρησης,
απάτης, λασπολογίας, δυσφήμισης και συκοφαντίας (ή προώθησης, διαφήμισης
και αγιογράφησης βέβαια) που προσφέρουν τα ΜΚΔ με την αρωγή συνήθως
ιστοχώρων αμφίβολης καθαρότητας και δημοσιογραφικής δεοντολογίας (αλλά
όχι μόνο τέτοιων), που αναπαράγουν ό,τι θεαματική ράδιο-αρβύλα περνάει
από τα αυτιά τους ή που απλά την επινοούν, είναι πρωτοφανείς στην
ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού. Στα ΜΚΔ, με μετανεωτερικότατο τρόπο, η
μυθοπλασία και η είδηση, η ιδεολογική επινόηση και η τεκμηριωμένη
ιστοριογραφία, η κακόβουλη ψευδολογία και το λεπτομερές ρεπορτάζ, η
επιστημονική άποψη και οι «τσαρλατανισμοί», είναι όντως επικοινωνιακά ισοδύναμα, πρακτικά.